Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

σάχλες και αφορισμοί #1 (ψυχή)


Την επίγνωση της ύπαρξης μας, την ονομάσαμε ψυχή.

Την στηρίξαμε με δοξασίες και ακλόνητα δόγματα, κι έτσι μπορούμε πια να νιώθουμε σπουδαίοι απέναντι σε καμηλοπαρδάλεις, πέστροφες και λαχανάκια Βρυξελών.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Ένα ανοιξιάτικο βράδυ

Χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Έμεινα δίπλα σου και σου μιλούσα ψιθυριστά για να μη σε ξυπνήσω. Σου μίλησα για όλα αυτά που ακούγονται φάλτσα μέσα στον τρελό ρυθμό της ημέρας, για όλα αυτά που ποτέ δεν θυμάμαι να σου λέω.

Σου μίλησα γιατί το είχα ανάγκη, γιατί το είχες ανάγκη. Γιατί κουράστηκα ν’ αναζητώ τη ζωή στις αναμνήσεις, κουράστηκα να γυρίζω την πλάτη στο μέλλον νοσταλγώντας το παρελθόν. Σου μίλησα γιατί θέλω να ονειρευτούμε ξανά.

Μετά, κοίταζα το πρόσωπο σου στο φως της σελήνης, έπιασα το χέρι σου κάτω από τα σκεπάσματα και πρόσεχα μην έρθουνε τα ξωτικά στα όνειρα σου και τρομάξεις. Σου είπα, πώς είσαι πολύ όμορφη όταν κοιμάσαι.

Όταν άνοιξες τα μάτια σου το πρωί, ήσουν χαρούμενη, μου χαμογέλασες και με ρώτησες γιατί σε κοιτάζω. Δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω, σου χαμογέλασα κι εγώ, σε φίλησα και σου είπα κάπως αδιάφορα: “ Τίποτα μωρέ, κατεβαίνω να ετοιμάσω καφέ.”

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

blogoζωή

.
Πριν από δεκαεφτά χρόνια, έπιασα δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο, στο κέντρο της πόλης. Εκεί, είχα την τύχη να συναναστρέφομαι με πολλούς και διάφορους ανθρώπους κάθε μέρα. Με τον καιρό γνωρίστηκα καλύτερα με κάποιους απ’ αυτούς, με τους οποίους συζητούσα για λογοτεχνία, φιλοσοφία, σχολιάζαμε της νέες κυκλοφορίες, τα σαχλά best sellers, και γενικά, ανταλλάσαμε απόψεις.
Οκτώ χρόνια αργότερα, άλλαξα δουλειά και βρέθηκα ξαφνικά να ζω, σε μια περιοχή μακριά από το κέντρο, που δεν γνώριζα κανέναν.
Δεν έχω παράπονο, η ζωή εδώ είναι πιο ανθρώπινη. Λιγότερο μπετόν, περισσότερο πράσινο, μέχρι και τον ήλιο μπορείς να δεις απ’ το παράθυρο σου! Το μόνο που μου κόστισε, είναι που έχασα την επαφή μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Σταμάτησα να βρίσκω νέους συγγραφείς, να μιλάω για αυτά που μ’ ενδιαφέρουν και αρκέστηκα σε μια ζωή προσαρμοσμένη σ’ αυτά που είχε να μου προσφέρει.
Όχι, μην φανταστείτε πως ήμουν δυστυχισμένος όλα αυτά τα χρόνια. Είχα και έχω δίπλα μου, ανθρώπους που μ’ αγαπάνε και τους αγαπώ, ανακάλυψα τον Pamuk και τον Pessoa, ταξίδεψα αρκετά, απλά δεν μπόρεσα, ν’ ασχοληθώ όσο θα ήθελα με τα ενδιαφέροντα μου.
Τέλος πάντων. Πριν δυο-τρία χρόνια, ανακάλυψα τα blogs.
Έφτιαξα λοιπόν κι εγώ ένα και άρχισα να γράφω διάφορες σκέψεις, της οποίες όμως, μετά από καιρό ανακάλυψα πως λογόκρινα. Πρόσεχα τι γράφω, πως το γράφω, μην υπονοήσω κάτι και άλλα τέτοια… Έτσι μια μέρα, αποφάσισα να το παρατήσω, να βρει την τύχη του στο αχανές διαδίκτυο και έφτιαξα αυτό το ανώνυμο blog.

Να ‘με λοιπόν εδώ, ως κανένας, ως καθένας, ως ότι γουστάρω, να μοιράζομαι μαζί σας, της απόψεις μου και της απόψεις σας, να μοιράζομαι αυτή τη χωρίς λογοκρισία blogoζωή που επέλεξα να ζω.

Και για να είμαι ειλικρινής.
Deadend mind
Happypepper
Kleine wolke
Loth
Loula
Mihali
Ntetzevou
Και προκαταβολικά για όσους θα γνωρίσω στο μέλλον:

Σας ευχαριστώ που υπάρχετε.

Υ.Γ. I’m not angel of sorrow. χαχαχα!!!

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

ένα ψαράκι κολύμπησε.

.

Προσπαθώντας να πιω τον καφέ μου που είναι σκέτη αηδία, παρατηρώ έξω, της εξατμίσεις τον αυτοκινήτων που καπνίζουν από την παγωνιά.
Ο ήλιος, σαν γεροξεκούτης ζωγράφος που δεν ικανοποιείτε με τίποτα, βάφει με όλο και πιο σκούρα χρώματα τους καπνισμένους τοίχους των σπιτιών, αναζητώντας απεγνωσμένα τη σωστή απόχρωση.
Μάταια όμως.
Η νύχτα τρυπώνει απρόσκλητη από τα παράθυρα.
“Μήπως έχεις τσιγάρα;“ τη ρωτάω.
Δεν μου απάντησε.
Πρέπει να κάνω άλλον καφέ, αυτός δεν πίνεται με τίποτα.
Όχι, δεν θέλω καφέ. Είναι αργά.
Θέλω να πάω διακοπές.
Θέλω να πάω στη λατινική Αμερική, στης Άνδεις.
Βαρέθηκα να βλέπω κάθε μέρα της σκατόφατσες αυτής της σκατοπόλης.
Θέλω να φύγω.
Έξω, ένας σκύλος με καφέ τρίχωμα και μαύρη μουσούδα, έσκισε μια σακούλα σκουπιδιών κι άρχισε να τρώει λαίμαργα κομμάτια πίτσας, ανάμεσα από τενεκεδάκια μπύρας, χαρτοπετσέτες και αποτσίγαρα, που έκαναν το πεζοδρόμιο να μοιάζει με βομβαρδισμένο τοπίο.
Αποτσίγαρα;
Το κολόσκυλο. Εδώ βρήκε να ‘ρθει;
Από το πρωί δεν έχω καπνίσει καθόλου κι έχω τρελαθεί, προσπαθώ να το κόψω και όλη μέρα τρώω τα νύχια μου.
Ελπίζω μόνο, να μην αρχίσω να γκρινιάζω.
Επιτέλους, ας σταματήσω να γράφω κι αυτές της μαλακίες.

Καληνύχτα σας.

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

la storia siamo noi

.

Νιώθω ακόμη στο στόμα μου,
αυτή την πικρή γεύση της βραδινής θλίψης.

Στο μυαλό μου και στην καρδία μου,
στριφογυρνούν συνεχώς οι ίδιες σκέψεις.

Πως μπορεί ο χρόνος να τρέφεται με της ψυχές μας,
αφήνοντας πίσω του μόνο αναμνήσεις;

Πως τώρα που ήρθε η ώρα να πληρωθούν τα λάθη,
η αγάπη δεν αρκεί;

Πως όλα αυτά, δεν είναι απλά μια ιστορία
που διάβασα χθες το βράδυ;

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Μονοπάτι

.

Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που έχω την ανάγκη να βρω ένα μονοπάτι. Ένα μονοπάτι, που να μπορεί να με οδηγήσει σ’ έναν άλλο κόσμο, πιο όμορφο και πιο αληθινό απ’ αυτόν που συντηρώ.

Ένα μονοπάτι, που θα με οδηγήσει σ’ έναν κρυφό παράδεισο με παράξενα σπιτάκια και ανθρώπους που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα με μένα. Εκεί που τα μεγάλα λόγια δεν έχουν πραγματικά καμιά αξία.

Ένα μονοπάτι, που θα μπορεί να με πάει σε μια χαμένη πόλη, κρυμμένη ψηλά στα δύσβατα βουνά και της δεισιδαιμονίες του κόσμου, εκεί που τη νύχτα, τα όνειρα αντανακλούν το φως των αστεριών.

Ένα μονοπάτι, που θα μπορεί να με πάρει μακριά από την αλαζονεία, την οικονομική ύφεση και τους πολέμους στη μέση ανατολή. Ένα μονοπάτι που θα μπορεί να με φέρει πιο κοντά στον εαυτό μου.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2009

Καινούργια μέρα




Η πόλη, είχε ήδη ξυπνήσει την ώρα που βγήκα από την κλινική. Προστατευμένοι από την πρωινή παγωνιά μέσα στα χοντρά τους ρούχα, οι περαστικοί βάδιζαν βιαστικοί και ανέκφραστοι.

Πήρα έναν καφέ φίλτρου από το κυλικείο, άναψα ένα τσιγάρο και κατευθύνθηκα προς την παραλία. Ήθελα να καθίσω σ’ ένα παγκάκι για λίγο, να πιω τον καφέ μου, αλλά ήταν μούσκεμα από την υγρασία κι έφυγα.


Έστριψα αριστερά και προχώρησα παράλληλα με την θάλασσα. Δίπλα στης δενδροστοιχίες με της κουκουναριές μάλωναν κάτι γλάροι μ’ ένα κοράκι που κρατούσε κάτι στο ράμφος του. Αν και πέρασα κοντά τους, συνέχιζαν τον καβγά τους αδιαφορώντας για την παρουσία μου, όπως κι εγώ για την δική τους. Φαίνεται πως εκείνη τη στιγμή, μας απασχολούσαν διαφορετικά πράγματα.


Μέχρι να φτάσω στο αμάξι, είχα τελειώσει τον καφέ μου. Πέταξα το πλαστικό ποτηράκι σ’ έναν κάδο και μαζί του τις αναμνήσεις της προηγούμενης νύχτας.

Αν και ήταν νωρίς, μπήκα μέσα, άνοιξα το ραδιόφωνο και ξεκίνησα για τη δουλειά. Η καινούργια μέρα είχε αρχίσει.