Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Μονοπάτι

.

Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που έχω την ανάγκη να βρω ένα μονοπάτι. Ένα μονοπάτι, που να μπορεί να με οδηγήσει σ’ έναν άλλο κόσμο, πιο όμορφο και πιο αληθινό απ’ αυτόν που συντηρώ.

Ένα μονοπάτι, που θα με οδηγήσει σ’ έναν κρυφό παράδεισο με παράξενα σπιτάκια και ανθρώπους που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα με μένα. Εκεί που τα μεγάλα λόγια δεν έχουν πραγματικά καμιά αξία.

Ένα μονοπάτι, που θα μπορεί να με πάει σε μια χαμένη πόλη, κρυμμένη ψηλά στα δύσβατα βουνά και της δεισιδαιμονίες του κόσμου, εκεί που τη νύχτα, τα όνειρα αντανακλούν το φως των αστεριών.

Ένα μονοπάτι, που θα μπορεί να με πάρει μακριά από την αλαζονεία, την οικονομική ύφεση και τους πολέμους στη μέση ανατολή. Ένα μονοπάτι που θα μπορεί να με φέρει πιο κοντά στον εαυτό μου.

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

Καινούργια μέρα




Η πόλη, είχε ήδη ξυπνήσει την ώρα που βγήκα από την κλινική. Προστατευμένοι από την πρωινή παγωνιά μέσα στα χοντρά τους ρούχα, οι περαστικοί βάδιζαν βιαστικοί και ανέκφραστοι.

Πήρα έναν καφέ φίλτρου από το κυλικείο, άναψα ένα τσιγάρο και κατευθύνθηκα προς την παραλία. Ήθελα να καθίσω σ’ ένα παγκάκι για λίγο, να πιω τον καφέ μου, αλλά ήταν μούσκεμα από την υγρασία κι έφυγα.


Έστριψα αριστερά και προχώρησα παράλληλα με την θάλασσα. Δίπλα στης δενδροστοιχίες με της κουκουναριές μάλωναν κάτι γλάροι μ’ ένα κοράκι που κρατούσε κάτι στο ράμφος του. Αν και πέρασα κοντά τους, συνέχιζαν τον καβγά τους αδιαφορώντας για την παρουσία μου, όπως κι εγώ για την δική τους. Φαίνεται πως εκείνη τη στιγμή, μας απασχολούσαν διαφορετικά πράγματα.


Μέχρι να φτάσω στο αμάξι, είχα τελειώσει τον καφέ μου. Πέταξα το πλαστικό ποτηράκι σ’ έναν κάδο και μαζί του τις αναμνήσεις της προηγούμενης νύχτας.

Αν και ήταν νωρίς, μπήκα μέσα, άνοιξα το ραδιόφωνο και ξεκίνησα για τη δουλειά. Η καινούργια μέρα είχε αρχίσει.