Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

blogoζωή

.
Πριν από δεκαεφτά χρόνια, έπιασα δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο, στο κέντρο της πόλης. Εκεί, είχα την τύχη να συναναστρέφομαι με πολλούς και διάφορους ανθρώπους κάθε μέρα. Με τον καιρό γνωρίστηκα καλύτερα με κάποιους απ’ αυτούς, με τους οποίους συζητούσα για λογοτεχνία, φιλοσοφία, σχολιάζαμε της νέες κυκλοφορίες, τα σαχλά best sellers, και γενικά, ανταλλάσαμε απόψεις.
Οκτώ χρόνια αργότερα, άλλαξα δουλειά και βρέθηκα ξαφνικά να ζω, σε μια περιοχή μακριά από το κέντρο, που δεν γνώριζα κανέναν.
Δεν έχω παράπονο, η ζωή εδώ είναι πιο ανθρώπινη. Λιγότερο μπετόν, περισσότερο πράσινο, μέχρι και τον ήλιο μπορείς να δεις απ’ το παράθυρο σου! Το μόνο που μου κόστισε, είναι που έχασα την επαφή μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Σταμάτησα να βρίσκω νέους συγγραφείς, να μιλάω για αυτά που μ’ ενδιαφέρουν και αρκέστηκα σε μια ζωή προσαρμοσμένη σ’ αυτά που είχε να μου προσφέρει.
Όχι, μην φανταστείτε πως ήμουν δυστυχισμένος όλα αυτά τα χρόνια. Είχα και έχω δίπλα μου, ανθρώπους που μ’ αγαπάνε και τους αγαπώ, ανακάλυψα τον Pamuk και τον Pessoa, ταξίδεψα αρκετά, απλά δεν μπόρεσα, ν’ ασχοληθώ όσο θα ήθελα με τα ενδιαφέροντα μου.
Τέλος πάντων. Πριν δυο-τρία χρόνια, ανακάλυψα τα blogs.
Έφτιαξα λοιπόν κι εγώ ένα και άρχισα να γράφω διάφορες σκέψεις, της οποίες όμως, μετά από καιρό ανακάλυψα πως λογόκρινα. Πρόσεχα τι γράφω, πως το γράφω, μην υπονοήσω κάτι και άλλα τέτοια… Έτσι μια μέρα, αποφάσισα να το παρατήσω, να βρει την τύχη του στο αχανές διαδίκτυο και έφτιαξα αυτό το ανώνυμο blog.

Να ‘με λοιπόν εδώ, ως κανένας, ως καθένας, ως ότι γουστάρω, να μοιράζομαι μαζί σας, της απόψεις μου και της απόψεις σας, να μοιράζομαι αυτή τη χωρίς λογοκρισία blogoζωή που επέλεξα να ζω.

Και για να είμαι ειλικρινής.
Deadend mind
Happypepper
Kleine wolke
Loth
Loula
Mihali
Ntetzevou
Και προκαταβολικά για όσους θα γνωρίσω στο μέλλον:

Σας ευχαριστώ που υπάρχετε.

Υ.Γ. I’m not angel of sorrow. χαχαχα!!!

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

ένα ψαράκι κολύμπησε.

.

Προσπαθώντας να πιω τον καφέ μου που είναι σκέτη αηδία, παρατηρώ έξω, της εξατμίσεις τον αυτοκινήτων που καπνίζουν από την παγωνιά.
Ο ήλιος, σαν γεροξεκούτης ζωγράφος που δεν ικανοποιείτε με τίποτα, βάφει με όλο και πιο σκούρα χρώματα τους καπνισμένους τοίχους των σπιτιών, αναζητώντας απεγνωσμένα τη σωστή απόχρωση.
Μάταια όμως.
Η νύχτα τρυπώνει απρόσκλητη από τα παράθυρα.
“Μήπως έχεις τσιγάρα;“ τη ρωτάω.
Δεν μου απάντησε.
Πρέπει να κάνω άλλον καφέ, αυτός δεν πίνεται με τίποτα.
Όχι, δεν θέλω καφέ. Είναι αργά.
Θέλω να πάω διακοπές.
Θέλω να πάω στη λατινική Αμερική, στης Άνδεις.
Βαρέθηκα να βλέπω κάθε μέρα της σκατόφατσες αυτής της σκατοπόλης.
Θέλω να φύγω.
Έξω, ένας σκύλος με καφέ τρίχωμα και μαύρη μουσούδα, έσκισε μια σακούλα σκουπιδιών κι άρχισε να τρώει λαίμαργα κομμάτια πίτσας, ανάμεσα από τενεκεδάκια μπύρας, χαρτοπετσέτες και αποτσίγαρα, που έκαναν το πεζοδρόμιο να μοιάζει με βομβαρδισμένο τοπίο.
Αποτσίγαρα;
Το κολόσκυλο. Εδώ βρήκε να ‘ρθει;
Από το πρωί δεν έχω καπνίσει καθόλου κι έχω τρελαθεί, προσπαθώ να το κόψω και όλη μέρα τρώω τα νύχια μου.
Ελπίζω μόνο, να μην αρχίσω να γκρινιάζω.
Επιτέλους, ας σταματήσω να γράφω κι αυτές της μαλακίες.

Καληνύχτα σας.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

la storia siamo noi

.

Νιώθω ακόμη στο στόμα μου,
αυτή την πικρή γεύση της βραδινής θλίψης.

Στο μυαλό μου και στην καρδία μου,
στριφογυρνούν συνεχώς οι ίδιες σκέψεις.

Πως μπορεί ο χρόνος να τρέφεται με της ψυχές μας,
αφήνοντας πίσω του μόνο αναμνήσεις;

Πως τώρα που ήρθε η ώρα να πληρωθούν τα λάθη,
η αγάπη δεν αρκεί;

Πως όλα αυτά, δεν είναι απλά μια ιστορία
που διάβασα χθες το βράδυ;