Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

ένα φθινοπωρινό βράδυ


Χθες το βράδυ δεν μ’ έπαιρνε ο ύπνος με τίποτα. Φόρεσα το μπουφάν και τα παπούτσια μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Ο καιρός ήταν γλυκός. Κάθισα σε μια καρέκλα, άναψα τσιγάρο και αφίσα τη σκέψη μου να ταξιδέψει.


Τ’ αστέρια φώτιζαν βρομερά κλιμακοστάσια, κεραίες και ηλιακούς θερμοσίφωνες, φώτιζαν τον καπνό του τσιγάρου, κι εκείνες τις σκέψεις που οι άκρες τους χάνονται στην απεραντοσύνη του κόσμου.


Όλα έμοιαζαν γαλήνια για μια στιγμή.





Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

Cinque terre


Φτιάχνω καφέ, ανάβω τσιγάρο και μετά κάθομαι στο pc και διαβάζω τις αναρτήσεις σας. Αυτές είναι οι μηχανικές κινήσεις που κάνω κάθε πρωί πριν αρχίσει η δουλειά και οι τύψεις που νιώθω τόσο καιρό που δε γράφω ούτε ένα σχόλιο.

Μετά μπαίνω στο facebook και γίνομαι θαυμαστής του Murakami, της Liverpool και διαφόρων άλλων, μετά σκουπίζω και σφουγγαρίζω και μετά ξαναδιαβάζω τις αναρτήσεις για να γράψω κάτι, αλλά δε μπορώ να συγκεντρωθώ, δε μπορώ να καταλάβω τι διαβάζω και τα παρατάω.

Το μυαλό μου είναι σκατά τον τελευταίο καιρό, μάλλον πρέπει να το δώσω για απόσυρση και να πάρω ένα καινούριο. Σκέφτομαι να πάρω ένα υβριδικό που να είναι και αναίσθητο και να μπορεί να δουλεύει εκεί που τα συμβατικά μυαλά σταματάνε!

Πάντως μη στενοχωριέστε, εγώ θα διαβάζω αυτά που γράφετε, κι ας μην καταλαβαίνω τίποτα, θα τα διαβάζω ως που να ‘ρθουν καλύτερες μέρες.



Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009

Ελένη




Ελάχιστα πράγματα μου προκαλούν τόση θλίψη, όσο τα πεταμένα παπούτσια στο δρόμο και το να μην έχει κάποιος τα χρήματα ν’ αγοράσει ένα βιβλίο.

Όταν δούλευα στο βιβλιοπωλείο, είχαμε πάντα κάποια βιβλία που υποτίθεται πως ήταν προσφορές.
Στην πραγματικότητα ήταν κάτι άθλιες εκδόσεις, κλασικής λογοτεχνίας, που έκαναν μόνο για προσανάμματα, αλλά ήταν πολύ πιο φτηνά από τις νέες κυκλοφορίες, κι έτσι μπορούσε ο οποιοσδήποτε ν’ αγοράσει ένα βιβλίο με ελάχιστα χρήματα.

Μια μέρα πέρασε ένας παππούς και με ρώτησε αν έχω Καζαντζάκη. «Φυσικά», του απάντησα, αλλά αυτός εννοούσε αν είχα κάτι στις προσφορές. Μου είπε πώς ήταν πολύ μικρή η σύνταξη του για να αγοράζει βιβλία, αλλά ήθελε πολύ να διαβάσει Καζαντζάκη.
«Δυστυχώς…» του είπα χαμογελώντας, «έχει τα δικαιώματα η γυναίκα του η Ελένη και είναι ακόμη ακριβά. Όταν θα πεθάνει, κάτι μπορεί να γίνει!»

Από τότε, κάθε φορά που περνούσε ο παππούς, με ρωτούσε με συνωμοτικό ύφος:
«Τι έγινε, πέθανε η Ελένη;»
Κι εγώ πάντα του απαντούσα με χιούμορ. «Μπα… θα μας θάψει όλους αυτή!» ή «δεν ξέρω, δεν πήρα εφημερίδα σήμερα!»

Με τον καιρό, αυτός ο διάλογος έχασε την ουσία του. Η Ελένη έγινε η πρόφαση για επικοινωνία, κάτι σαν κωδικοποιημένη καλημέρα μεταξύ μυημένων, ένας λόγος για να χαμογελάσεις… Ώσπου μια μέρα, συνειδητοποίησα ξαφνικά πως ο παππούς είχε σταματήσει να περνάει.

Το ότι δεν του χάρισα ένα βιβλίο του Καζαντζάκη, είναι ένα από τα λίγα πράγματα που έχω μετανιώσει στη ζωή μου, αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ τότε, πως θα χάνονταν τόσο απότομα.

Χθες το απόγευμα πέρασα από ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο του κέντρου και κοίταζα μια βιογραφία του Foucault που είχε τριάντα τρία ευρώ.
Καθώς το ξεφύλλιζα, ήρθε ένας υπάλληλος που φορούσε ένα καλοσιδερωμένο πουκάμισο και χωρίς την παραμικρή διάθεση για χιούμορ, με ρώτησε αν χρειάζομαι βοήθεια.
«Ευχαριστώ πολύ», είπα με όλη μου την ευγένεια, «μια ματιά ρίχνω μόνο». Αν και το πρώτο πράγμα που μου πέρασε από το μυαλό, ήταν η ερώτηση του παππού. «Τι έγινε πέθανε η Ελένη;»

Έκλεισα το βιβλίο, το άφησα στην θέση του και έφυγα γρήγορα, γιατί είχα δουλειά και είχα ήδη αργήσει.

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

πρώτη εξέταση

Είναι μερικές φορές που το στομάχι σου δένεται κόμπος από το άγχος, λες και παίζεις τελικό με τον ολυμπιακό! Αν σας πω, ότι ξέρω πως ένιωθα καθώς περίμενα στο διάδρομο της κλινικής, θα είναι ψέμα. Ψέμα θα είναι κι αν σας πω, ότι ξέρω πως νιώθω τώρα.

Όμως για ένα πράγμα είμαι σίγουρος και είναι αυτό που ένιωσα τη στιγμή που βγήκε ο παιδίατρος που την εξέτασε και μου είπε πως όλα είναι εντάξει.

Είναι ένα συναίσθημα που δύσκολα περιγράφεται, αλλά είναι τόσο ξεκάθαρο, όσο ελάχιστα πράγματα σ’ αυτόν τον κόσμο.

Για όσους μπορούν να το καταλάβουν, είναι κάτι σα να βάζει γκόλ στο ενενήντα ο Zlatan!!!

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

...3

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Είναι κάποιες φορές, που όλα μοιάζουν ψεύτικα, σαν σε παραμύθι...

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

εγώ κι αυτός


Φτάνει πια. Μας τα ‘πρηξες μ’ αυτή την ιστορία!
-Τι να κάνω; Την σκέφτομαι συνέχεια.
-Τίποτα να μην κάνεις, απλά να σταματήσεις να γράφεις αυτές τις μαλακίες.
-Μα γράφω αυτά που νιώθω.
-Ε τότε, σταμάτα να νιώθεις μαλακίες!
-Είσαι πολύ σκληρός.
-Σκληρός είσαι εσύ, που δεν σκέφτεσαι τους ανθρώπους που τα διαβάζουν.
-Υπονοείς, πως τους κουράζω;
-Φυσικά.
-Αν θες να ξέρεις, κανείς δεν μου έχει κάνει παράπονα.
-Ναι ξέρω! Είναι ευγενικά παιδιά, γι αυτό δεν σ’ έχουν διαολοστείλει ακόμη.
-Νομίζεις! Τα παιδιά το ζουν μαζί μου.
-Αυτό είναι το κακό, πως το ζουν μαζί σου, χωρίς να φταίνε σε τίποτα!
-Εσύ τώρα, ποιός νομίζεις πως είσαι και μου κάνεις υποδείξεις;
-Δεν ξέρεις ποιος είμαι;
-Ξέρω ποιος είσαι. Γιατί το παίζεις έξυπνος δεν ξέρω.
-Γιατί γράφεις συνέχεια γι αυτήν, χωρίς να εξηγείς σε κανέναν ποια είναι.
-Θα τους το πω, μην ανησυχείς.
-Πότε; Του χρόνου;
-Όχι, τώρα θα τους το πω.
-Τότε τι περιμένεις;
-Εσένα να το βουλώσεις! Αν δεν με ενοχλούσες τόση ώρα, θα τους το είχα ήδη πει.
-Ωραία, δεν σ’ ενοχλώ.
-Λοιπόν. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να σας πω, πως τους τελευταίους μήνες περνάω την πιο παράξενη φάση της ζωής μου.
Κάποιοι μπορεί να θεωρήσετε αστείο τον λόγο, αλλά για μένα είναι κάτι πρωτόγνωρο και το ζω πολύ έντονα.
Μην ανησυχείτε, δεν άρχισα τα παραισθησιογόνα!
Αν και φαντάζομαι πως σας έχω κουράσει με την εμμονή μου να μιλάω συνέχεια γι’ αυτήν, δεν μπορώ να το αποφύγω.
Καταλάβατε για ποια μιλάω ε;
-Όχι. Δεν κατάλαβαν!
-Την λένε Ίριδα και σε λίγες μέρες θα την συναντήσω.
Αυτήν την φορά δεν θα ξαναγυρίσει στην σκοτεινή της σπηλιά, αλλά θα μείνει εδώ. Της ετοίμασα το πιο φωτεινό δωμάτιο του σπιτιού, το έβαψα με χαρούμενα χρώματα και της έβαλα ένα μικρό κρεβατάκι, για να μην ανεβαίνει πια στο πληκτρολόγιό μου!
Τώρα που φτάσαμε στο τέλος αυτής της ιστορίας, ξέρω πως ο σκεπτικισμός αυτού του ξερόλα, με βοήθησε να βάλω σε μια τάξη τους φόβους και τις προσδοκίες μου και να νιώσω περισσότερο έτοιμος, για να δεχτώ κάτι πραγματικά άγνωστο.
Ώρες ώρες, μπορεί να μ’ εκνευρίζει αλλά ξέρω πως λέει την αλήθεια, ξέρω πως θέλει το καλό μου, κι ας μην έχει τρόπους.
-Τελείωνε!
-Τέλος πάντων. Ας μη μιλήσω άλλο γι αυτόν, γιατί θα νομίζει πως είναι και κάποιος.
-Δεν ξέρω αν είμαι κάποιος, αλλά ξέρω καλά πως εσύ είσαι ο κανένας!
-Επειδή δεν θα μ’ αφήσει στην ησυχία μου, πρέπει να σας πω πώς η Ίριδα είναι η κόρη μου, που θα γεννηθεί στις 6 Ιουλίου και πριν πάω να την συναντήσω, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που μοιραστήκατε μαζί μου τόσο καιρό την αγωνία και τα συναισθήματα μου, που μου δώσατε την δυνατότητα να εκφράσω την άλλη μου πλευρά. Αυτήν που τόσο ανάγκη θα έχει στο εξής και η Ίριδα.
-Κι άλλη πλευρά; Όχι θεέ μου, δεν θα το αντέξω!

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

Περιμένοντας

Ζω σε μια παύση, ανάμεσα στο πριν και στο μετά,

παρακολουθώντας την αντανάκλαση της ύπαρξης μου.

Ζω μ’ ένα παρελθόν, που φθίνει μπροστά σου,

μα ποτέ δεν μου άρεσαν τα μεγάλα λόγια.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Ίριδα


Ξέρω πως σε λίγες μέρες θα είσαι εδώ και ετοιμάζομαι να σε συναντήσω. Είσαι τόσο κοντά, που μπορώ να ακούσω ήδη τα βήματά σου, μπορώ να νιώσω την αγωνία σου πίσω από τον χρόνο που μας χωρίζει.


Έμεινα μήνες ολόκληρους μπροστά στον καθρέφτη. Έμεινα νύχτες με τον εαυτό μου για να δω ποιός πραγματικά είμαι και έψαξα βαθειά στις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής, ώσπου να βρω κάτι να σου προσφέρω.


Ισορροπώντας ανάμεσα σ’ αυτά που έφυγαν και σ’ αυτά που απέμειναν, είδα τα χρώματα σου ν’ αγγίζουν αόριστες σκέψεις του παρελθόντος, είδα το μέλλον στο βλέμμα σου, αν και ακόμη δεν ξέρει τίποτα ο ένας για τον άλλον.


Σε περιμένω λοιπόν. Σε περιμένω στην άκρη της ψυχής μου, για να σε δω που θα ‘ρχεσαι. Όταν νιώσεις τον αέρα στο πρόσωπό σου, άνοιξε τα φτερά σου και ζήσε με κάθε σου κύτταρο αυτό το παράλογο μα και τόσο γοητευτικό ταξίδι.


Ζήσε για ‘σένα… Πέτα μακριά, ma non troppo.


Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

σάχλες και αφορισμοί #3 (ποιότητα ζωής)


Δεν είναι οξύμωρο να ανταλλάσεις αυτό που στις μέρες μας θεωρείται ποιότητα ζωής, με το χρόνο που έχεις να την ζήσεις;

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

σάχλες και αφορισμοί #2 (Ηθική)


Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε κάθε φορά που μιλάμε για ηθική, είναι ότι κατά βάθος, πάντα εννοούμε το συμφέρον μας.


Η μήπως κάνω λάθος;


Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Arcobaleno

Όταν ξανάρθεις, τίποτα δεν θα είναι όπως παλιά, θ’ ανοίξω το καλύτερο κρασί που έχω, θα σου βάλω ν’ ακούσεις την αγαπημένη μου sonnambula του Bellini και θα σ’ αγαπήσω περισσότερο απ’ όσο μπορώ να ξεστομίσω.

Όταν ξανάρθεις η ύπαρξη σου δεν θα μου ανήκει πια, θα σου χαρίσω τ’ αποσπάσματα χαράς που κράτησα για ‘σένα κι όταν το ουράνιο τόξο θα εμφανίζεται πέρα στα βουνά, θα μας θυμίζει όλα αυτά που δεν έγιναν ποτέ.

Όταν ξανάρθεις θα είναι καλοκαίρι, θα μαζεύουμε κοχύλια στην παραλία προσποιούμενοι τους αδιάφορους κι ο νοτιάς θα μας καίει τα πρόσωπα ώσπου τα χρώματα να ξεθωριάσουν στο πέρασμα του χρόνου.

Όταν ξανάρθεις θα είμαι εδώ, για να σου πω, πως ο ουρανός δεν έχει τίποτα να σου προσφέρει, βρες τη δύναμη πριν φτάσει το φθινόπωρο και δες πως δεν είσαι ξεχωριστή. Όταν ξανάρθεις σε παρακαλώ, φέρε μαζί σου και τα όνειρα μου…

Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

true colors


Αν και ξέρω πως αυτή η ιστορία μπορεί να σας φανεί προϊόν νοσηρής φαντασίας, δεν έχω ούτε τα επιχειρήματα, ούτε την πρόθεση να σας πείσω για το αντίθετο. Απλά θα σας την διηγηθώ όπως την έζησα κι εσείς βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα. Πρώτα απ’ όλα όμως, πρέπει να ξέρετε πως δεν κάνω χρήση παραισθησιογόνων ουσιών και πως όλες αυτές οι μεταφυσικές θεωρίες για παράξενες δυνάμεις και πλάσματα μ’ αφήνουν αδιάφορο. Παρ’ όλα αυτά όμως, δεν ξέρω αν μπορώ να βασίζομαι στις αισθήσεις μου, δεν ξέρω αν αυτό το πλάσμα που μ’ επισκέπτεται τα βράδια υπάρχει στ’ αλήθεια ή είναι παιχνίδι του μυαλού μου.

Την πρώτη φορά που την είδα, ήταν μικρή σαν φασόλι, κάθονταν πάνω στο ender και μου χαμογελούσε. Η μήπως, δε χαμογελούσε; Δε μπορώ να θυμηθώ, έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε και δεν είμαι σίγουρος.
Την επόμενη φορά, είχε μεγαλώσει λίγο, ήταν πάλι πάνω στο πληκτρολόγιο και χόρευε. Τα πλήκτρα πατιόνταν κάτω από τα πόδια της και έβλεπα να σχηματίζονται λέξεις στην οθόνη. Ακατανόητες λέξεις μιας άγνωστης για μένα γλώσσας, ή τυχαία βήματα σ’ έναν κόσμο, που κάθε σου κίνηση πρέπει να ερμηνεύεται.
Μάλλον δεν ξέρει ούτε να γράφει, ούτε να μιλάει, ίσως δεν καταλαβαίνει καν αυτά που της λέω. Απλά έρχεται, με κοιτάζει για λίγο και μετά κρύβεται πάλι στο σκοτάδι. Αν κι έχει έρθει αρκετές φορές ως τώρα, δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα γι αυτήν, δεν κατάφερα να μάθω πολλά, όσο κι αν προσπάθησα.

Από την τελευταία φορά που την είδα, έχει περάσει ένας μήνας. Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα όταν εμφανίστηκε, φαίνονταν νυσταγμένη αλλά κάθισε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Δεν ξέρω γιατί, μπορεί με τον καιρό να με συνήθισε. Για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ άρχισα να την συνηθίζω, πιάνω πολλές φορές τον εαυτό μου να την περιμένει. Κάθισε λοιπόν πάνω στο πληκτρολόγιο, ακούμπησε τα χέρια στα γόνατα της και με κοίταζε. Έδειχνε πολύ ήρεμη. Την πλησίασα όσο περισσότερο μπορούσα και τη ρώτησα:

Τι είσαι, ποια είσαι, πώς σε λένε, γιατί έρχεσαι, πού μένεις, γιατί δεν μου μιλάς, χρειάζεσαι βοήθεια, τι μουσική ακούς, τι ομάδα είσαι, πεινάς, διψάς, μπορείς να κάτσεις επιτέλους κάπου αλλού γιατί θα μου χαλάσεις το πληκτρολόγιο;

Όταν τελείωσα τις ερωτήσεις, άκουσα την καρδιά της που χτυπούσε γρήγορα. Πήρε βαθιά ανάσα, μα δεν είπε τίποτα. Με κοίταξε με μια πρωτόγονη αγνότητα, που μ’ έκανε να νιώσω ένοχος και μετά χάθηκε πάλι στο σκοτάδι.
Τώρα φοβάμαι, μήπως έκανα κάποιο λάθος, μήπως είπα κάτι που δεν έπρεπε και δεν ξανάρθει ποτέ, μα αυτό που φοβάμαι περισσότερο απ’ όλα, είναι μήπως οι στιγμές που έζησα μαζί της δεν ήταν παρά μόνο ένα όνειρο που τελείωσε.

Τέλος, θα ήθελα να σας παρακαλέσω, αν ποτέ την συναντήσετε, μην της κάνετε κακό. Θα την συμπαθήσετε αμέσως. Μπορεί να μην φοράει φανταχτερά ρούχα με κεντημένες πούλιες και αστέρια όπως στα παραμύθια, μπορεί να μην έχει φτερά, μα είναι τόσο καλή…

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2009

σάχλες και αφορισμοί #1 (ψυχή)


Την επίγνωση της ύπαρξης μας, την ονομάσαμε ψυχή.

Την στηρίξαμε με δοξασίες και ακλόνητα δόγματα, κι έτσι μπορούμε πια να νιώθουμε σπουδαίοι απέναντι σε καμηλοπαρδάλεις, πέστροφες και λαχανάκια Βρυξελών.

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2009

Ένα ανοιξιάτικο βράδυ

Χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Έμεινα δίπλα σου και σου μιλούσα ψιθυριστά για να μη σε ξυπνήσω. Σου μίλησα για όλα αυτά που ακούγονται φάλτσα μέσα στον τρελό ρυθμό της ημέρας, για όλα αυτά που ποτέ δεν θυμάμαι να σου λέω.

Σου μίλησα γιατί το είχα ανάγκη, γιατί το είχες ανάγκη. Γιατί κουράστηκα ν’ αναζητώ τη ζωή στις αναμνήσεις, κουράστηκα να γυρίζω την πλάτη στο μέλλον νοσταλγώντας το παρελθόν. Σου μίλησα γιατί θέλω να ονειρευτούμε ξανά.

Μετά, κοίταζα το πρόσωπο σου στο φως της σελήνης, έπιασα το χέρι σου κάτω από τα σκεπάσματα και πρόσεχα μην έρθουνε τα ξωτικά στα όνειρα σου και τρομάξεις. Σου είπα, πώς είσαι πολύ όμορφη όταν κοιμάσαι.

Όταν άνοιξες τα μάτια σου το πρωί, ήσουν χαρούμενη, μου χαμογέλασες και με ρώτησες γιατί σε κοιτάζω. Δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω, σου χαμογέλασα κι εγώ, σε φίλησα και σου είπα κάπως αδιάφορα: “ Τίποτα μωρέ, κατεβαίνω να ετοιμάσω καφέ.”

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

blogoζωή

.
Πριν από δεκαεφτά χρόνια, έπιασα δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο, στο κέντρο της πόλης. Εκεί, είχα την τύχη να συναναστρέφομαι με πολλούς και διάφορους ανθρώπους κάθε μέρα. Με τον καιρό γνωρίστηκα καλύτερα με κάποιους απ’ αυτούς, με τους οποίους συζητούσα για λογοτεχνία, φιλοσοφία, σχολιάζαμε της νέες κυκλοφορίες, τα σαχλά best sellers, και γενικά, ανταλλάσαμε απόψεις.
Οκτώ χρόνια αργότερα, άλλαξα δουλειά και βρέθηκα ξαφνικά να ζω, σε μια περιοχή μακριά από το κέντρο, που δεν γνώριζα κανέναν.
Δεν έχω παράπονο, η ζωή εδώ είναι πιο ανθρώπινη. Λιγότερο μπετόν, περισσότερο πράσινο, μέχρι και τον ήλιο μπορείς να δεις απ’ το παράθυρο σου! Το μόνο που μου κόστισε, είναι που έχασα την επαφή μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Σταμάτησα να βρίσκω νέους συγγραφείς, να μιλάω για αυτά που μ’ ενδιαφέρουν και αρκέστηκα σε μια ζωή προσαρμοσμένη σ’ αυτά που είχε να μου προσφέρει.
Όχι, μην φανταστείτε πως ήμουν δυστυχισμένος όλα αυτά τα χρόνια. Είχα και έχω δίπλα μου, ανθρώπους που μ’ αγαπάνε και τους αγαπώ, ανακάλυψα τον Pamuk και τον Pessoa, ταξίδεψα αρκετά, απλά δεν μπόρεσα, ν’ ασχοληθώ όσο θα ήθελα με τα ενδιαφέροντα μου.
Τέλος πάντων. Πριν δυο-τρία χρόνια, ανακάλυψα τα blogs.
Έφτιαξα λοιπόν κι εγώ ένα και άρχισα να γράφω διάφορες σκέψεις, της οποίες όμως, μετά από καιρό ανακάλυψα πως λογόκρινα. Πρόσεχα τι γράφω, πως το γράφω, μην υπονοήσω κάτι και άλλα τέτοια… Έτσι μια μέρα, αποφάσισα να το παρατήσω, να βρει την τύχη του στο αχανές διαδίκτυο και έφτιαξα αυτό το ανώνυμο blog.

Να ‘με λοιπόν εδώ, ως κανένας, ως καθένας, ως ότι γουστάρω, να μοιράζομαι μαζί σας, της απόψεις μου και της απόψεις σας, να μοιράζομαι αυτή τη χωρίς λογοκρισία blogoζωή που επέλεξα να ζω.

Και για να είμαι ειλικρινής.
Deadend mind
Happypepper
Kleine wolke
Loth
Loula
Mihali
Ntetzevou
Και προκαταβολικά για όσους θα γνωρίσω στο μέλλον:

Σας ευχαριστώ που υπάρχετε.

Υ.Γ. I’m not angel of sorrow. χαχαχα!!!

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

ένα ψαράκι κολύμπησε.

.

Προσπαθώντας να πιω τον καφέ μου που είναι σκέτη αηδία, παρατηρώ έξω, της εξατμίσεις τον αυτοκινήτων που καπνίζουν από την παγωνιά.
Ο ήλιος, σαν γεροξεκούτης ζωγράφος που δεν ικανοποιείτε με τίποτα, βάφει με όλο και πιο σκούρα χρώματα τους καπνισμένους τοίχους των σπιτιών, αναζητώντας απεγνωσμένα τη σωστή απόχρωση.
Μάταια όμως.
Η νύχτα τρυπώνει απρόσκλητη από τα παράθυρα.
“Μήπως έχεις τσιγάρα;“ τη ρωτάω.
Δεν μου απάντησε.
Πρέπει να κάνω άλλον καφέ, αυτός δεν πίνεται με τίποτα.
Όχι, δεν θέλω καφέ. Είναι αργά.
Θέλω να πάω διακοπές.
Θέλω να πάω στη λατινική Αμερική, στης Άνδεις.
Βαρέθηκα να βλέπω κάθε μέρα της σκατόφατσες αυτής της σκατοπόλης.
Θέλω να φύγω.
Έξω, ένας σκύλος με καφέ τρίχωμα και μαύρη μουσούδα, έσκισε μια σακούλα σκουπιδιών κι άρχισε να τρώει λαίμαργα κομμάτια πίτσας, ανάμεσα από τενεκεδάκια μπύρας, χαρτοπετσέτες και αποτσίγαρα, που έκαναν το πεζοδρόμιο να μοιάζει με βομβαρδισμένο τοπίο.
Αποτσίγαρα;
Το κολόσκυλο. Εδώ βρήκε να ‘ρθει;
Από το πρωί δεν έχω καπνίσει καθόλου κι έχω τρελαθεί, προσπαθώ να το κόψω και όλη μέρα τρώω τα νύχια μου.
Ελπίζω μόνο, να μην αρχίσω να γκρινιάζω.
Επιτέλους, ας σταματήσω να γράφω κι αυτές της μαλακίες.

Καληνύχτα σας.

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

la storia siamo noi

.

Νιώθω ακόμη στο στόμα μου,
αυτή την πικρή γεύση της βραδινής θλίψης.

Στο μυαλό μου και στην καρδία μου,
στριφογυρνούν συνεχώς οι ίδιες σκέψεις.

Πως μπορεί ο χρόνος να τρέφεται με της ψυχές μας,
αφήνοντας πίσω του μόνο αναμνήσεις;

Πως τώρα που ήρθε η ώρα να πληρωθούν τα λάθη,
η αγάπη δεν αρκεί;

Πως όλα αυτά, δεν είναι απλά μια ιστορία
που διάβασα χθες το βράδυ;

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Μονοπάτι

.

Είναι κάτι τέτοιες στιγμές που έχω την ανάγκη να βρω ένα μονοπάτι. Ένα μονοπάτι, που να μπορεί να με οδηγήσει σ’ έναν άλλο κόσμο, πιο όμορφο και πιο αληθινό απ’ αυτόν που συντηρώ.

Ένα μονοπάτι, που θα με οδηγήσει σ’ έναν κρυφό παράδεισο με παράξενα σπιτάκια και ανθρώπους που δεν μιλούν την ίδια γλώσσα με μένα. Εκεί που τα μεγάλα λόγια δεν έχουν πραγματικά καμιά αξία.

Ένα μονοπάτι, που θα μπορεί να με πάει σε μια χαμένη πόλη, κρυμμένη ψηλά στα δύσβατα βουνά και της δεισιδαιμονίες του κόσμου, εκεί που τη νύχτα, τα όνειρα αντανακλούν το φως των αστεριών.

Ένα μονοπάτι, που θα μπορεί να με πάρει μακριά από την αλαζονεία, την οικονομική ύφεση και τους πολέμους στη μέση ανατολή. Ένα μονοπάτι που θα μπορεί να με φέρει πιο κοντά στον εαυτό μου.

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

Καινούργια μέρα




Η πόλη, είχε ήδη ξυπνήσει την ώρα που βγήκα από την κλινική. Προστατευμένοι από την πρωινή παγωνιά μέσα στα χοντρά τους ρούχα, οι περαστικοί βάδιζαν βιαστικοί και ανέκφραστοι.

Πήρα έναν καφέ φίλτρου από το κυλικείο, άναψα ένα τσιγάρο και κατευθύνθηκα προς την παραλία. Ήθελα να καθίσω σ’ ένα παγκάκι για λίγο, να πιω τον καφέ μου, αλλά ήταν μούσκεμα από την υγρασία κι έφυγα.


Έστριψα αριστερά και προχώρησα παράλληλα με την θάλασσα. Δίπλα στης δενδροστοιχίες με της κουκουναριές μάλωναν κάτι γλάροι μ’ ένα κοράκι που κρατούσε κάτι στο ράμφος του. Αν και πέρασα κοντά τους, συνέχιζαν τον καβγά τους αδιαφορώντας για την παρουσία μου, όπως κι εγώ για την δική τους. Φαίνεται πως εκείνη τη στιγμή, μας απασχολούσαν διαφορετικά πράγματα.


Μέχρι να φτάσω στο αμάξι, είχα τελειώσει τον καφέ μου. Πέταξα το πλαστικό ποτηράκι σ’ έναν κάδο και μαζί του τις αναμνήσεις της προηγούμενης νύχτας.

Αν και ήταν νωρίς, μπήκα μέσα, άνοιξα το ραδιόφωνο και ξεκίνησα για τη δουλειά. Η καινούργια μέρα είχε αρχίσει.