Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Arcobaleno

Όταν ξανάρθεις, τίποτα δεν θα είναι όπως παλιά, θ’ ανοίξω το καλύτερο κρασί που έχω, θα σου βάλω ν’ ακούσεις την αγαπημένη μου sonnambula του Bellini και θα σ’ αγαπήσω περισσότερο απ’ όσο μπορώ να ξεστομίσω.

Όταν ξανάρθεις η ύπαρξη σου δεν θα μου ανήκει πια, θα σου χαρίσω τ’ αποσπάσματα χαράς που κράτησα για ‘σένα κι όταν το ουράνιο τόξο θα εμφανίζεται πέρα στα βουνά, θα μας θυμίζει όλα αυτά που δεν έγιναν ποτέ.

Όταν ξανάρθεις θα είναι καλοκαίρι, θα μαζεύουμε κοχύλια στην παραλία προσποιούμενοι τους αδιάφορους κι ο νοτιάς θα μας καίει τα πρόσωπα ώσπου τα χρώματα να ξεθωριάσουν στο πέρασμα του χρόνου.

Όταν ξανάρθεις θα είμαι εδώ, για να σου πω, πως ο ουρανός δεν έχει τίποτα να σου προσφέρει, βρες τη δύναμη πριν φτάσει το φθινόπωρο και δες πως δεν είσαι ξεχωριστή. Όταν ξανάρθεις σε παρακαλώ, φέρε μαζί σου και τα όνειρα μου…

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

true colors


Αν και ξέρω πως αυτή η ιστορία μπορεί να σας φανεί προϊόν νοσηρής φαντασίας, δεν έχω ούτε τα επιχειρήματα, ούτε την πρόθεση να σας πείσω για το αντίθετο. Απλά θα σας την διηγηθώ όπως την έζησα κι εσείς βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα. Πρώτα απ’ όλα όμως, πρέπει να ξέρετε πως δεν κάνω χρήση παραισθησιογόνων ουσιών και πως όλες αυτές οι μεταφυσικές θεωρίες για παράξενες δυνάμεις και πλάσματα μ’ αφήνουν αδιάφορο. Παρ’ όλα αυτά όμως, δεν ξέρω αν μπορώ να βασίζομαι στις αισθήσεις μου, δεν ξέρω αν αυτό το πλάσμα που μ’ επισκέπτεται τα βράδια υπάρχει στ’ αλήθεια ή είναι παιχνίδι του μυαλού μου.

Την πρώτη φορά που την είδα, ήταν μικρή σαν φασόλι, κάθονταν πάνω στο ender και μου χαμογελούσε. Η μήπως, δε χαμογελούσε; Δε μπορώ να θυμηθώ, έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε και δεν είμαι σίγουρος.
Την επόμενη φορά, είχε μεγαλώσει λίγο, ήταν πάλι πάνω στο πληκτρολόγιο και χόρευε. Τα πλήκτρα πατιόνταν κάτω από τα πόδια της και έβλεπα να σχηματίζονται λέξεις στην οθόνη. Ακατανόητες λέξεις μιας άγνωστης για μένα γλώσσας, ή τυχαία βήματα σ’ έναν κόσμο, που κάθε σου κίνηση πρέπει να ερμηνεύεται.
Μάλλον δεν ξέρει ούτε να γράφει, ούτε να μιλάει, ίσως δεν καταλαβαίνει καν αυτά που της λέω. Απλά έρχεται, με κοιτάζει για λίγο και μετά κρύβεται πάλι στο σκοτάδι. Αν κι έχει έρθει αρκετές φορές ως τώρα, δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα γι αυτήν, δεν κατάφερα να μάθω πολλά, όσο κι αν προσπάθησα.

Από την τελευταία φορά που την είδα, έχει περάσει ένας μήνας. Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα όταν εμφανίστηκε, φαίνονταν νυσταγμένη αλλά κάθισε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Δεν ξέρω γιατί, μπορεί με τον καιρό να με συνήθισε. Για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ άρχισα να την συνηθίζω, πιάνω πολλές φορές τον εαυτό μου να την περιμένει. Κάθισε λοιπόν πάνω στο πληκτρολόγιο, ακούμπησε τα χέρια στα γόνατα της και με κοίταζε. Έδειχνε πολύ ήρεμη. Την πλησίασα όσο περισσότερο μπορούσα και τη ρώτησα:

Τι είσαι, ποια είσαι, πώς σε λένε, γιατί έρχεσαι, πού μένεις, γιατί δεν μου μιλάς, χρειάζεσαι βοήθεια, τι μουσική ακούς, τι ομάδα είσαι, πεινάς, διψάς, μπορείς να κάτσεις επιτέλους κάπου αλλού γιατί θα μου χαλάσεις το πληκτρολόγιο;

Όταν τελείωσα τις ερωτήσεις, άκουσα την καρδιά της που χτυπούσε γρήγορα. Πήρε βαθιά ανάσα, μα δεν είπε τίποτα. Με κοίταξε με μια πρωτόγονη αγνότητα, που μ’ έκανε να νιώσω ένοχος και μετά χάθηκε πάλι στο σκοτάδι.
Τώρα φοβάμαι, μήπως έκανα κάποιο λάθος, μήπως είπα κάτι που δεν έπρεπε και δεν ξανάρθει ποτέ, μα αυτό που φοβάμαι περισσότερο απ’ όλα, είναι μήπως οι στιγμές που έζησα μαζί της δεν ήταν παρά μόνο ένα όνειρο που τελείωσε.

Τέλος, θα ήθελα να σας παρακαλέσω, αν ποτέ την συναντήσετε, μην της κάνετε κακό. Θα την συμπαθήσετε αμέσως. Μπορεί να μην φοράει φανταχτερά ρούχα με κεντημένες πούλιες και αστέρια όπως στα παραμύθια, μπορεί να μην έχει φτερά, μα είναι τόσο καλή…

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009

σάχλες και αφορισμοί #1 (ψυχή)


Την επίγνωση της ύπαρξης μας, την ονομάσαμε ψυχή.

Την στηρίξαμε με δοξασίες και ακλόνητα δόγματα, κι έτσι μπορούμε πια να νιώθουμε σπουδαίοι απέναντι σε καμηλοπαρδάλεις, πέστροφες και λαχανάκια Βρυξελών.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

Ένα ανοιξιάτικο βράδυ

Χθες το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Έμεινα δίπλα σου και σου μιλούσα ψιθυριστά για να μη σε ξυπνήσω. Σου μίλησα για όλα αυτά που ακούγονται φάλτσα μέσα στον τρελό ρυθμό της ημέρας, για όλα αυτά που ποτέ δεν θυμάμαι να σου λέω.

Σου μίλησα γιατί το είχα ανάγκη, γιατί το είχες ανάγκη. Γιατί κουράστηκα ν’ αναζητώ τη ζωή στις αναμνήσεις, κουράστηκα να γυρίζω την πλάτη στο μέλλον νοσταλγώντας το παρελθόν. Σου μίλησα γιατί θέλω να ονειρευτούμε ξανά.

Μετά, κοίταζα το πρόσωπο σου στο φως της σελήνης, έπιασα το χέρι σου κάτω από τα σκεπάσματα και πρόσεχα μην έρθουνε τα ξωτικά στα όνειρα σου και τρομάξεις. Σου είπα, πώς είσαι πολύ όμορφη όταν κοιμάσαι.

Όταν άνοιξες τα μάτια σου το πρωί, ήσουν χαρούμενη, μου χαμογέλασες και με ρώτησες γιατί σε κοιτάζω. Δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω, σου χαμογέλασα κι εγώ, σε φίλησα και σου είπα κάπως αδιάφορα: “ Τίποτα μωρέ, κατεβαίνω να ετοιμάσω καφέ.”

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

blogoζωή

.
Πριν από δεκαεφτά χρόνια, έπιασα δουλειά σ’ ένα βιβλιοπωλείο, στο κέντρο της πόλης. Εκεί, είχα την τύχη να συναναστρέφομαι με πολλούς και διάφορους ανθρώπους κάθε μέρα. Με τον καιρό γνωρίστηκα καλύτερα με κάποιους απ’ αυτούς, με τους οποίους συζητούσα για λογοτεχνία, φιλοσοφία, σχολιάζαμε της νέες κυκλοφορίες, τα σαχλά best sellers, και γενικά, ανταλλάσαμε απόψεις.
Οκτώ χρόνια αργότερα, άλλαξα δουλειά και βρέθηκα ξαφνικά να ζω, σε μια περιοχή μακριά από το κέντρο, που δεν γνώριζα κανέναν.
Δεν έχω παράπονο, η ζωή εδώ είναι πιο ανθρώπινη. Λιγότερο μπετόν, περισσότερο πράσινο, μέχρι και τον ήλιο μπορείς να δεις απ’ το παράθυρο σου! Το μόνο που μου κόστισε, είναι που έχασα την επαφή μ’ αυτούς τους ανθρώπους. Σταμάτησα να βρίσκω νέους συγγραφείς, να μιλάω για αυτά που μ’ ενδιαφέρουν και αρκέστηκα σε μια ζωή προσαρμοσμένη σ’ αυτά που είχε να μου προσφέρει.
Όχι, μην φανταστείτε πως ήμουν δυστυχισμένος όλα αυτά τα χρόνια. Είχα και έχω δίπλα μου, ανθρώπους που μ’ αγαπάνε και τους αγαπώ, ανακάλυψα τον Pamuk και τον Pessoa, ταξίδεψα αρκετά, απλά δεν μπόρεσα, ν’ ασχοληθώ όσο θα ήθελα με τα ενδιαφέροντα μου.
Τέλος πάντων. Πριν δυο-τρία χρόνια, ανακάλυψα τα blogs.
Έφτιαξα λοιπόν κι εγώ ένα και άρχισα να γράφω διάφορες σκέψεις, της οποίες όμως, μετά από καιρό ανακάλυψα πως λογόκρινα. Πρόσεχα τι γράφω, πως το γράφω, μην υπονοήσω κάτι και άλλα τέτοια… Έτσι μια μέρα, αποφάσισα να το παρατήσω, να βρει την τύχη του στο αχανές διαδίκτυο και έφτιαξα αυτό το ανώνυμο blog.

Να ‘με λοιπόν εδώ, ως κανένας, ως καθένας, ως ότι γουστάρω, να μοιράζομαι μαζί σας, της απόψεις μου και της απόψεις σας, να μοιράζομαι αυτή τη χωρίς λογοκρισία blogoζωή που επέλεξα να ζω.

Και για να είμαι ειλικρινής.
Deadend mind
Happypepper
Kleine wolke
Loth
Loula
Mihali
Ntetzevou
Και προκαταβολικά για όσους θα γνωρίσω στο μέλλον:

Σας ευχαριστώ που υπάρχετε.

Υ.Γ. I’m not angel of sorrow. χαχαχα!!!

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2009

ένα ψαράκι κολύμπησε.

.

Προσπαθώντας να πιω τον καφέ μου που είναι σκέτη αηδία, παρατηρώ έξω, της εξατμίσεις τον αυτοκινήτων που καπνίζουν από την παγωνιά.
Ο ήλιος, σαν γεροξεκούτης ζωγράφος που δεν ικανοποιείτε με τίποτα, βάφει με όλο και πιο σκούρα χρώματα τους καπνισμένους τοίχους των σπιτιών, αναζητώντας απεγνωσμένα τη σωστή απόχρωση.
Μάταια όμως.
Η νύχτα τρυπώνει απρόσκλητη από τα παράθυρα.
“Μήπως έχεις τσιγάρα;“ τη ρωτάω.
Δεν μου απάντησε.
Πρέπει να κάνω άλλον καφέ, αυτός δεν πίνεται με τίποτα.
Όχι, δεν θέλω καφέ. Είναι αργά.
Θέλω να πάω διακοπές.
Θέλω να πάω στη λατινική Αμερική, στης Άνδεις.
Βαρέθηκα να βλέπω κάθε μέρα της σκατόφατσες αυτής της σκατοπόλης.
Θέλω να φύγω.
Έξω, ένας σκύλος με καφέ τρίχωμα και μαύρη μουσούδα, έσκισε μια σακούλα σκουπιδιών κι άρχισε να τρώει λαίμαργα κομμάτια πίτσας, ανάμεσα από τενεκεδάκια μπύρας, χαρτοπετσέτες και αποτσίγαρα, που έκαναν το πεζοδρόμιο να μοιάζει με βομβαρδισμένο τοπίο.
Αποτσίγαρα;
Το κολόσκυλο. Εδώ βρήκε να ‘ρθει;
Από το πρωί δεν έχω καπνίσει καθόλου κι έχω τρελαθεί, προσπαθώ να το κόψω και όλη μέρα τρώω τα νύχια μου.
Ελπίζω μόνο, να μην αρχίσω να γκρινιάζω.
Επιτέλους, ας σταματήσω να γράφω κι αυτές της μαλακίες.

Καληνύχτα σας.

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

la storia siamo noi

.

Νιώθω ακόμη στο στόμα μου,
αυτή την πικρή γεύση της βραδινής θλίψης.

Στο μυαλό μου και στην καρδία μου,
στριφογυρνούν συνεχώς οι ίδιες σκέψεις.

Πως μπορεί ο χρόνος να τρέφεται με της ψυχές μας,
αφήνοντας πίσω του μόνο αναμνήσεις;

Πως τώρα που ήρθε η ώρα να πληρωθούν τα λάθη,
η αγάπη δεν αρκεί;

Πως όλα αυτά, δεν είναι απλά μια ιστορία
που διάβασα χθες το βράδυ;