
Άφησε με να είμαι αυτό που θέλεις να είμαι.
Άφησε με να ζω αυτό που αγάπησες,
κι εγώ θα προσπαθώ να χρειάζομαι λιγότερα.
Χθες το βράδυ δεν μ’ έπαιρνε ο ύπνος με τίποτα. Φόρεσα το μπουφάν και τα παπούτσια μου και βγήκα στο μπαλκόνι. Ο καιρός ήταν γλυκός. Κάθισα σε μια καρέκλα, άναψα τσιγάρο και αφίσα τη σκέψη μου να ταξιδέψει.
Τ’ αστέρια φώτιζαν βρομερά κλιμακοστάσια, κεραίες και ηλιακούς θερμοσίφωνες, φώτιζαν τον καπνό του τσιγάρου, κι εκείνες τις σκέψεις που οι άκρες τους χάνονται στην απεραντοσύνη του κόσμου.
Όλα έμοιαζαν γαλήνια για μια στιγμή.
Φτιάχνω καφέ, ανάβω τσιγάρο και μετά κάθομαι στο pc και διαβάζω τις αναρτήσεις σας. Αυτές είναι οι μηχανικές κινήσεις που κάνω κάθε πρωί πριν αρχίσει η δουλειά και οι τύψεις που νιώθω τόσο καιρό που δε γράφω ούτε ένα σχόλιο.
Μετά μπαίνω στο facebook και γίνομαι θαυμαστής του Murakami, της Liverpool και διαφόρων άλλων, μετά σκουπίζω και σφουγγαρίζω και μετά ξαναδιαβάζω τις αναρτήσεις για να γράψω κάτι, αλλά δε μπορώ να συγκεντρωθώ, δε μπορώ να καταλάβω τι διαβάζω και τα παρατάω.
Το μυαλό μου είναι σκατά τον τελευταίο καιρό, μάλλον πρέπει να το δώσω για απόσυρση και να πάρω ένα καινούριο. Σκέφτομαι να πάρω ένα υβριδικό που να είναι και αναίσθητο και να μπορεί να δουλεύει εκεί που τα συμβατικά μυαλά σταματάνε!
Πάντως μη στενοχωριέστε, εγώ θα διαβάζω αυτά που γράφετε, κι ας μην καταλαβαίνω τίποτα, θα τα διαβάζω ως που να ‘ρθουν καλύτερες μέρες.