Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009

εγώ κι αυτός


Φτάνει πια. Μας τα ‘πρηξες μ’ αυτή την ιστορία!
-Τι να κάνω; Την σκέφτομαι συνέχεια.
-Τίποτα να μην κάνεις, απλά να σταματήσεις να γράφεις αυτές τις μαλακίες.
-Μα γράφω αυτά που νιώθω.
-Ε τότε, σταμάτα να νιώθεις μαλακίες!
-Είσαι πολύ σκληρός.
-Σκληρός είσαι εσύ, που δεν σκέφτεσαι τους ανθρώπους που τα διαβάζουν.
-Υπονοείς, πως τους κουράζω;
-Φυσικά.
-Αν θες να ξέρεις, κανείς δεν μου έχει κάνει παράπονα.
-Ναι ξέρω! Είναι ευγενικά παιδιά, γι αυτό δεν σ’ έχουν διαολοστείλει ακόμη.
-Νομίζεις! Τα παιδιά το ζουν μαζί μου.
-Αυτό είναι το κακό, πως το ζουν μαζί σου, χωρίς να φταίνε σε τίποτα!
-Εσύ τώρα, ποιός νομίζεις πως είσαι και μου κάνεις υποδείξεις;
-Δεν ξέρεις ποιος είμαι;
-Ξέρω ποιος είσαι. Γιατί το παίζεις έξυπνος δεν ξέρω.
-Γιατί γράφεις συνέχεια γι αυτήν, χωρίς να εξηγείς σε κανέναν ποια είναι.
-Θα τους το πω, μην ανησυχείς.
-Πότε; Του χρόνου;
-Όχι, τώρα θα τους το πω.
-Τότε τι περιμένεις;
-Εσένα να το βουλώσεις! Αν δεν με ενοχλούσες τόση ώρα, θα τους το είχα ήδη πει.
-Ωραία, δεν σ’ ενοχλώ.
-Λοιπόν. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να σας πω, πως τους τελευταίους μήνες περνάω την πιο παράξενη φάση της ζωής μου.
Κάποιοι μπορεί να θεωρήσετε αστείο τον λόγο, αλλά για μένα είναι κάτι πρωτόγνωρο και το ζω πολύ έντονα.
Μην ανησυχείτε, δεν άρχισα τα παραισθησιογόνα!
Αν και φαντάζομαι πως σας έχω κουράσει με την εμμονή μου να μιλάω συνέχεια γι’ αυτήν, δεν μπορώ να το αποφύγω.
Καταλάβατε για ποια μιλάω ε;
-Όχι. Δεν κατάλαβαν!
-Την λένε Ίριδα και σε λίγες μέρες θα την συναντήσω.
Αυτήν την φορά δεν θα ξαναγυρίσει στην σκοτεινή της σπηλιά, αλλά θα μείνει εδώ. Της ετοίμασα το πιο φωτεινό δωμάτιο του σπιτιού, το έβαψα με χαρούμενα χρώματα και της έβαλα ένα μικρό κρεβατάκι, για να μην ανεβαίνει πια στο πληκτρολόγιό μου!
Τώρα που φτάσαμε στο τέλος αυτής της ιστορίας, ξέρω πως ο σκεπτικισμός αυτού του ξερόλα, με βοήθησε να βάλω σε μια τάξη τους φόβους και τις προσδοκίες μου και να νιώσω περισσότερο έτοιμος, για να δεχτώ κάτι πραγματικά άγνωστο.
Ώρες ώρες, μπορεί να μ’ εκνευρίζει αλλά ξέρω πως λέει την αλήθεια, ξέρω πως θέλει το καλό μου, κι ας μην έχει τρόπους.
-Τελείωνε!
-Τέλος πάντων. Ας μη μιλήσω άλλο γι αυτόν, γιατί θα νομίζει πως είναι και κάποιος.
-Δεν ξέρω αν είμαι κάποιος, αλλά ξέρω καλά πως εσύ είσαι ο κανένας!
-Επειδή δεν θα μ’ αφήσει στην ησυχία μου, πρέπει να σας πω πώς η Ίριδα είναι η κόρη μου, που θα γεννηθεί στις 6 Ιουλίου και πριν πάω να την συναντήσω, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που μοιραστήκατε μαζί μου τόσο καιρό την αγωνία και τα συναισθήματα μου, που μου δώσατε την δυνατότητα να εκφράσω την άλλη μου πλευρά. Αυτήν που τόσο ανάγκη θα έχει στο εξής και η Ίριδα.
-Κι άλλη πλευρά; Όχι θεέ μου, δεν θα το αντέξω!

Σάββατο 13 Ιουνίου 2009

Περιμένοντας

Ζω σε μια παύση, ανάμεσα στο πριν και στο μετά,

παρακολουθώντας την αντανάκλαση της ύπαρξης μου.

Ζω μ’ ένα παρελθόν, που φθίνει μπροστά σου,

μα ποτέ δεν μου άρεσαν τα μεγάλα λόγια.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Ίριδα


Ξέρω πως σε λίγες μέρες θα είσαι εδώ και ετοιμάζομαι να σε συναντήσω. Είσαι τόσο κοντά, που μπορώ να ακούσω ήδη τα βήματά σου, μπορώ να νιώσω την αγωνία σου πίσω από τον χρόνο που μας χωρίζει.


Έμεινα μήνες ολόκληρους μπροστά στον καθρέφτη. Έμεινα νύχτες με τον εαυτό μου για να δω ποιός πραγματικά είμαι και έψαξα βαθειά στις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής, ώσπου να βρω κάτι να σου προσφέρω.


Ισορροπώντας ανάμεσα σ’ αυτά που έφυγαν και σ’ αυτά που απέμειναν, είδα τα χρώματα σου ν’ αγγίζουν αόριστες σκέψεις του παρελθόντος, είδα το μέλλον στο βλέμμα σου, αν και ακόμη δεν ξέρει τίποτα ο ένας για τον άλλον.


Σε περιμένω λοιπόν. Σε περιμένω στην άκρη της ψυχής μου, για να σε δω που θα ‘ρχεσαι. Όταν νιώσεις τον αέρα στο πρόσωπό σου, άνοιξε τα φτερά σου και ζήσε με κάθε σου κύτταρο αυτό το παράλογο μα και τόσο γοητευτικό ταξίδι.


Ζήσε για ‘σένα… Πέτα μακριά, ma non troppo.


Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

σάχλες και αφορισμοί #3 (ποιότητα ζωής)


Δεν είναι οξύμωρο να ανταλλάσεις αυτό που στις μέρες μας θεωρείται ποιότητα ζωής, με το χρόνο που έχεις να την ζήσεις;

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

σάχλες και αφορισμοί #2 (Ηθική)


Αυτό που δεν καταλαβαίνουμε κάθε φορά που μιλάμε για ηθική, είναι ότι κατά βάθος, πάντα εννοούμε το συμφέρον μας.


Η μήπως κάνω λάθος;


Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Arcobaleno

Όταν ξανάρθεις, τίποτα δεν θα είναι όπως παλιά, θ’ ανοίξω το καλύτερο κρασί που έχω, θα σου βάλω ν’ ακούσεις την αγαπημένη μου sonnambula του Bellini και θα σ’ αγαπήσω περισσότερο απ’ όσο μπορώ να ξεστομίσω.

Όταν ξανάρθεις η ύπαρξη σου δεν θα μου ανήκει πια, θα σου χαρίσω τ’ αποσπάσματα χαράς που κράτησα για ‘σένα κι όταν το ουράνιο τόξο θα εμφανίζεται πέρα στα βουνά, θα μας θυμίζει όλα αυτά που δεν έγιναν ποτέ.

Όταν ξανάρθεις θα είναι καλοκαίρι, θα μαζεύουμε κοχύλια στην παραλία προσποιούμενοι τους αδιάφορους κι ο νοτιάς θα μας καίει τα πρόσωπα ώσπου τα χρώματα να ξεθωριάσουν στο πέρασμα του χρόνου.

Όταν ξανάρθεις θα είμαι εδώ, για να σου πω, πως ο ουρανός δεν έχει τίποτα να σου προσφέρει, βρες τη δύναμη πριν φτάσει το φθινόπωρο και δες πως δεν είσαι ξεχωριστή. Όταν ξανάρθεις σε παρακαλώ, φέρε μαζί σου και τα όνειρα μου…

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

true colors


Αν και ξέρω πως αυτή η ιστορία μπορεί να σας φανεί προϊόν νοσηρής φαντασίας, δεν έχω ούτε τα επιχειρήματα, ούτε την πρόθεση να σας πείσω για το αντίθετο. Απλά θα σας την διηγηθώ όπως την έζησα κι εσείς βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα. Πρώτα απ’ όλα όμως, πρέπει να ξέρετε πως δεν κάνω χρήση παραισθησιογόνων ουσιών και πως όλες αυτές οι μεταφυσικές θεωρίες για παράξενες δυνάμεις και πλάσματα μ’ αφήνουν αδιάφορο. Παρ’ όλα αυτά όμως, δεν ξέρω αν μπορώ να βασίζομαι στις αισθήσεις μου, δεν ξέρω αν αυτό το πλάσμα που μ’ επισκέπτεται τα βράδια υπάρχει στ’ αλήθεια ή είναι παιχνίδι του μυαλού μου.

Την πρώτη φορά που την είδα, ήταν μικρή σαν φασόλι, κάθονταν πάνω στο ender και μου χαμογελούσε. Η μήπως, δε χαμογελούσε; Δε μπορώ να θυμηθώ, έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε και δεν είμαι σίγουρος.
Την επόμενη φορά, είχε μεγαλώσει λίγο, ήταν πάλι πάνω στο πληκτρολόγιο και χόρευε. Τα πλήκτρα πατιόνταν κάτω από τα πόδια της και έβλεπα να σχηματίζονται λέξεις στην οθόνη. Ακατανόητες λέξεις μιας άγνωστης για μένα γλώσσας, ή τυχαία βήματα σ’ έναν κόσμο, που κάθε σου κίνηση πρέπει να ερμηνεύεται.
Μάλλον δεν ξέρει ούτε να γράφει, ούτε να μιλάει, ίσως δεν καταλαβαίνει καν αυτά που της λέω. Απλά έρχεται, με κοιτάζει για λίγο και μετά κρύβεται πάλι στο σκοτάδι. Αν κι έχει έρθει αρκετές φορές ως τώρα, δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα γι αυτήν, δεν κατάφερα να μάθω πολλά, όσο κι αν προσπάθησα.

Από την τελευταία φορά που την είδα, έχει περάσει ένας μήνας. Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα όταν εμφανίστηκε, φαίνονταν νυσταγμένη αλλά κάθισε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Δεν ξέρω γιατί, μπορεί με τον καιρό να με συνήθισε. Για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ άρχισα να την συνηθίζω, πιάνω πολλές φορές τον εαυτό μου να την περιμένει. Κάθισε λοιπόν πάνω στο πληκτρολόγιο, ακούμπησε τα χέρια στα γόνατα της και με κοίταζε. Έδειχνε πολύ ήρεμη. Την πλησίασα όσο περισσότερο μπορούσα και τη ρώτησα:

Τι είσαι, ποια είσαι, πώς σε λένε, γιατί έρχεσαι, πού μένεις, γιατί δεν μου μιλάς, χρειάζεσαι βοήθεια, τι μουσική ακούς, τι ομάδα είσαι, πεινάς, διψάς, μπορείς να κάτσεις επιτέλους κάπου αλλού γιατί θα μου χαλάσεις το πληκτρολόγιο;

Όταν τελείωσα τις ερωτήσεις, άκουσα την καρδιά της που χτυπούσε γρήγορα. Πήρε βαθιά ανάσα, μα δεν είπε τίποτα. Με κοίταξε με μια πρωτόγονη αγνότητα, που μ’ έκανε να νιώσω ένοχος και μετά χάθηκε πάλι στο σκοτάδι.
Τώρα φοβάμαι, μήπως έκανα κάποιο λάθος, μήπως είπα κάτι που δεν έπρεπε και δεν ξανάρθει ποτέ, μα αυτό που φοβάμαι περισσότερο απ’ όλα, είναι μήπως οι στιγμές που έζησα μαζί της δεν ήταν παρά μόνο ένα όνειρο που τελείωσε.

Τέλος, θα ήθελα να σας παρακαλέσω, αν ποτέ την συναντήσετε, μην της κάνετε κακό. Θα την συμπαθήσετε αμέσως. Μπορεί να μην φοράει φανταχτερά ρούχα με κεντημένες πούλιες και αστέρια όπως στα παραμύθια, μπορεί να μην έχει φτερά, μα είναι τόσο καλή…