
Αν και ξέρω πως αυτή η ιστορία μπορεί να σας φανεί προϊόν νοσηρής φαντασίας, δεν έχω ούτε τα επιχειρήματα, ούτε την πρόθεση να σας πείσω για το αντίθετο. Απλά θα σας την διηγηθώ όπως την έζησα κι εσείς βγάλτε τα δικά σας συμπεράσματα. Πρώτα απ’ όλα όμως, πρέπει να ξέρετε πως δεν κάνω χρήση παραισθησιογόνων ουσιών και πως όλες αυτές οι μεταφυσικές θεωρίες για παράξενες δυνάμεις και πλάσματα μ’ αφήνουν αδιάφορο. Παρ’ όλα αυτά όμως, δεν ξέρω αν μπορώ να βασίζομαι στις αισθήσεις μου, δεν ξέρω αν αυτό το πλάσμα που μ’ επισκέπτεται τα βράδια υπάρχει στ’ αλήθεια ή είναι παιχνίδι του μυαλού μου.
Την πρώτη φορά που την είδα, ήταν μικρή σαν φασόλι, κάθονταν πάνω στο ender και μου χαμογελούσε. Η μήπως, δε χαμογελούσε; Δε μπορώ να θυμηθώ, έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε και δεν είμαι σίγουρος.
Την επόμενη φορά, είχε μεγαλώσει λίγο, ήταν πάλι πάνω στο πληκτρολόγιο και χόρευε. Τα πλήκτρα πατιόνταν κάτω από τα πόδια της και έβλεπα να σχηματίζονται λέξεις στην οθόνη. Ακατανόητες λέξεις μιας άγνωστης για μένα γλώσσας, ή τυχαία βήματα σ’ έναν κόσμο, που κάθε σου κίνηση πρέπει να ερμηνεύεται.
Μάλλον δεν ξέρει ούτε να γράφει, ούτε να μιλάει, ίσως δεν καταλαβαίνει καν αυτά που της λέω. Απλά έρχεται, με κοιτάζει για λίγο και μετά κρύβεται πάλι στο σκοτάδι. Αν κι έχει έρθει αρκετές φορές ως τώρα, δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα γι αυτήν, δεν κατάφερα να μάθω πολλά, όσο κι αν προσπάθησα.
Από την τελευταία φορά που την είδα, έχει περάσει ένας μήνας. Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα όταν εμφανίστηκε, φαίνονταν νυσταγμένη αλλά κάθισε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Δεν ξέρω γιατί, μπορεί με τον καιρό να με συνήθισε. Για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ άρχισα να την συνηθίζω, πιάνω πολλές φορές τον εαυτό μου να την περιμένει. Κάθισε λοιπόν πάνω στο πληκτρολόγιο, ακούμπησε τα χέρια στα γόνατα της και με κοίταζε. Έδειχνε πολύ ήρεμη. Την πλησίασα όσο περισσότερο μπορούσα και τη ρώτησα:
Τι είσαι, ποια είσαι, πώς σε λένε, γιατί έρχεσαι, πού μένεις, γιατί δεν μου μιλάς, χρειάζεσαι βοήθεια, τι μουσική ακούς, τι ομάδα είσαι, πεινάς, διψάς, μπορείς να κάτσεις επιτέλους κάπου αλλού γιατί θα μου χαλάσεις το πληκτρολόγιο;
Όταν τελείωσα τις ερωτήσεις, άκουσα την καρδιά της που χτυπούσε γρήγορα. Πήρε βαθιά ανάσα, μα δεν είπε τίποτα. Με κοίταξε με μια πρωτόγονη αγνότητα, που μ’ έκανε να νιώσω ένοχος και μετά χάθηκε πάλι στο σκοτάδι.
Τώρα φοβάμαι, μήπως έκανα κάποιο λάθος, μήπως είπα κάτι που δεν έπρεπε και δεν ξανάρθει ποτέ, μα αυτό που φοβάμαι περισσότερο απ’ όλα, είναι μήπως οι στιγμές που έζησα μαζί της δεν ήταν παρά μόνο ένα όνειρο που τελείωσε.
Τέλος, θα ήθελα να σας παρακαλέσω, αν ποτέ την συναντήσετε, μην της κάνετε κακό. Θα την συμπαθήσετε αμέσως. Μπορεί να μην φοράει φανταχτερά ρούχα με κεντημένες πούλιες και αστέρια όπως στα παραμύθια, μπορεί να μην έχει φτερά, μα είναι τόσο καλή…